Ένα φάρο αναζητάμε όλοι... ενα φως ... ενα ταξίδι. Ας ταξιδέψουμε!

Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2015

Falling tears are like autumn leaves

Δεν είναι αλήθεια μοναδική η αίσθηση που σου αφήνει κάθε φορά η πρώτη βροχή του φθινοπώρου. Σαν να μην έχεις δεις ποτέ σου βροχή, σαν να μην έχεις ξαναμυρίσει το χώμα ούτε έχεις δει τον ουρανό μες στα μωβ και τα γκρίζα του. Κάθε χρόνο η ίδια πάντα πρώτη φορά! Για φαντάσου τρεις μήνες ήταν αρκετοί για να επιστρατεύσουν κάθε μηχανισμό της λήθης σου για οτιδήποτε δεν μοιάζει με ήλιο, θάλασσα και θερινά σεργιάνια.
Ανέκαθεν πίστευα πως κάθε εποχή έχει κάτι το ξεχωριστό, το αναντικατάστατο και απαραίτητο για την ισορροπία που χρειάζεται η ψυχή- η οποία βρίσκεται μόνο μέσα στις μεταβάσεις και ποτέ στη σταθερότητα. Το πίστευα και πάντα θα το πιστεύω... Αλλά να- αυτή τη χρονιά περισσότερο από κάθε άλλη- το φθινόπωρο έρχεται να με αλλάξει με έναν τρόπο διαφορετικό. Η αφορμή για να γράψω κάτι, ο,τι κι αν είναι αυτό, είναι πάντα μια λέξη η οποία ρέει ρέει και καταλήγει σε ένα ποτάμι που ούτε κι εγώ η ίδια ήξερα πως υπάρχει. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη μαγεία στην απελευθέρωση που δίνουν οι λέξεις-η άγνοια. Να μην έχεις σχέδιο, να μην πρέπει να σκεφτείς γιατί πρέπει να γράψεις απλά να μπεις στο χαρτί κι όλα τ άλλα να ρθουν μόνα τους.
Τα δάκρυα του φθινοπώρου μοιάζουν με τα φύλλα που πέφτουν...
Με αφορμή την παραπάνω πρόταση ξεκίνησα αυτή τη φορά... πού θα καταληξω πάλι- αυτό ίσως αποκαλυφθεί και σε μένα μόλις μπει η τελευταία τελεία. Αλλά μήπως έτσι δεν γίνεται πάντα; Μήπως  κατάφερε ποτέ κάποιος να μάθει ή να προβλέψει κάτι στη ζωή του πριν μπει η τελευταία τελεία;
Αισθήματα που μοιάζουν με τα χρυσοκόκκινα φθινοπωρινά φύλλα. Εύθραυστα, αδύναμα να κρατηθούν πια από κλαδιά έχουν παραδοθεί στη φυσική ροή των πραγμάτων και πέφτουν, αφήνονται να ενωθούν με τη γή, να θρυμματιστούν πατημένα και έτσι χίλια κομμάτια όπως είναι να τα παρασύρει ο άνεμος, να εξαφανίσει κάθε ίχνος τους.
Πόσο εύκολα μεταβάλλεται το δάκρυ σου σε ένα τόσο δα φύλλο που αποζητά να ενωθεί με το έδαφος, να γυρίσει πάλι στη ρίζα του να ποτίσει τα ξερά μονοπάτια που περπατούσες μες στη ζέστη του Αυγούστου. Αιωρούμενες στιγμές, αναμνήσεις, προσδοκίες στο φθινόπωρο ζητάνε σαν ικέτες τον ευνοικό άνεμο να τις παρασύρει, να τις πάει μακριά σε απόσταση ικανοποιητική που θα δημιουργεί την απαραίτητη ανοικειότητα και θα τις τοποθετεί στη θύμηση σαν κάτι παλιό ξεθωριασμένο, απροσδιόριστα υπαρκτό ή μη. Έτσι πλάθεται κάτι μυθικό γύρω του που μετέπειτα έρχεται ο χρόνος να το κλειδώσει...Αλήθεια το έζησα αυτό;
Και για δες πόσο όμορφα κουμπώνουν όλα-καθώς γράφεις για φθινόπωρα, για φύλλα αναμήσεις έρχεται μια φωνή από το ραδιόφωνο να σου θυμίσει τον γυάλινο κόσμο της Λόρα, τον Τομ να λέει:



«Οι πόλεις στροβιλίζονταν γύρω μου σαν νεκρά φύλλα, φύλλα με ζωντανά ακόμα χρώματα, αλλά αποκομμένα από το κλαδί τους. Θα μπορούσα να έχω σταματήσει κάπου, αλλά είχα την αίσθηση ότι κάτι με κυνηγούσε, κάτι που εμφανιζόταν ξαφνικά μπροστά μου και με ξάφνιαζε. Άλλοτε ένα κομμάτι μουσικής που κάτι μου θύμιζε, άλλοτε ένα κομμάτι απλό, διάφανο γυαλί... Μπορεί να περπατάω βράδυ σ’ ένα δρόμο, σε κάποια άγνωστη πόλη, προτού βρω παρέα. Και να περάσω από μια φωτισμένη βιτρίνα αρωματοπωλείου γεμάτη πολύχρωμα γυαλάκια, μπουκαλάκια σε υπέροχες αποχρώσεις, σαν κομμάτια ουράνιου τόξου. Και τότε να νιώσω το χέρι της αδελφής μου στον ώμο μου. Στρέφω και την κοιτάζω κατάματα... Αχ, Λώρα, Λώρα, προσπάθησα να σ’ αφήσω πίσω μου, αλλά τώρα σού είμαι πιο πιστός απ’ όσο ήμουν τότε! Ψάχνω για τσιγάρο, περνάω στο απέναντι πεζοδρόμιο, τρέχω σ’ ένα σινεμά ή σ’ ένα μπαρ, παίρνω ποτό, μιλάω στον πρώτο τυχόντα που θα βρω δίπλα μου - κάνω τα πάντα για να καταφέρω να σβήσω τα κεριά σου...»






Πόσο εύκολη τελικά είναι η εξαφάνιση μιας ανάμνησης-ενός συναισθήματος; Τόσο εύκολη όσο το θρυμμάτισμα ενός φύλλου με το παπούτσι σου; Τόσο απαλή όσο το φύσημα για να σβήσεις ένα κερί;


ΥΓ: Τελικά θα κλείσω με ερωτηματικό. Ούτε η τελεία ήταν σίγουρη.

Σάββατο, 25 Ιουλίου 2015

Pillow talking



Πολλές φορές μιλάμε για το σκοτάδι και όλα αυτά τα μυστήρια που γίνονται εντος του. Μυστήρια για άλλους επικίνδυνα, χαοτικά και τρομακτικά και για άλλους μαγικά- πλαισιωμένα από ένα ρομαντικό τοπίο με λίγες αχτίδες φεγγαρόφωτο που αντανακλώνται από δυο μάτια. Δεν ήρθα εδώ για να μιλήσω για τους δεύτερους αλλά για εκείνους που πλέουν ή μάλλον βυθίζονται στο μέσα τους χάος κάθε που θ’ αγγίξουν το πρόσωπο στο μαξιλάρι τους. Μέσα στο σκοτεινό δωμάτιο που μπορεί να κρύβει τη μορφή τους αλλά φωτίζει τις μνήμες, τα συναισθήματα τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις τους. Αυτούς που περνάνε τη μέρα τους αγωνιζόμενοι να σιγήσουν όλες αυτές τις νυχτερινές φωνές και να διώξουν όλες εκείνες τις εικόνες που σαν φιλμ γυρνούν ξανά και ξανά στο μυαλό τους μόλις πέσουν να κοιμηθούν.
Πόσα δεν έχουν ακούσει αυτά τα μαξιλάρια; Πόσα δάκρυα και πόσα χτυπήματα δεν έχουν δεχθεί από τον αγανακτισμένο και φυλακισμένο «εαυτό» που φοράνε τη μέρα. 
Πάντα πίστευα οτι ο καλύτερος ψυχολόγος είναι αυτός που δεν μιλά πολύ, που είναι κυρίως σιωπηλός με ένα βλέμμα υπομονής και ενθάρρυνσης που σου επιβεβαιώνει πως είναι εδώ για να ακούσει μαζί σου αυτή τη φωνή που καταχωνιάζεις μέσα σου. Η σιωπή δεν σπάει με φωνές και ουρλιαχτά τελικά. Όχι όχι -η σιωπή σπάει μόνο με σιωπή. Τη σιωπή του άλλου χρειάζεσαι και όχι την καθοδήγηδή του. Τη σιωπή που θα σε βοηθήσει να ακούσεις καθαρά εσένα. Ίσως γι΄ αυτό το λόγο προτιμάμε να μιλήσουμε σε ένα άψυχο αντικείμενο. Όχι για να μην μας προδώσει αλλά για να είναι σιωπηλό όσο εμείς μιλάμε. Πολλές φορές πέφτουμε στην παγίδα να πιστεύουμε πως με τις  πολύτιμες και σοφές συμβουλές που χωρίς φειδώ «προσφέρουμε» στον διπλανό μας θα τον οδηγήσουμε με μεθοδικά βήματα στη λύση του όποιου προβλήματός του. Έτσι έχουμε καταλήξει να υπεραναλύουμε τα πάντα. Να καταστρέφουμε κάθε αυθόρμητη σκέψη μας με ατελειωτες σειρές ενδεχόμενων. Σενάρια και οπτικές που δημιουργεί το μυαλό μας και μόνο.
Τόσα ανείπωτα λόγια που μόνο σαν ψίθυρος ακούστηκαν στο σκοτάδι. Τόσα αντίο που αναιρέθηκαν από ένα και μόνο σ αγαπώ κι ένα συγγνώμη. Τόσες λέξεις που «έπρεπε» να γίνουν μιλιά και βλέμμα και αγκαλιά και σέρνονται σε έναν πικρό βραδινό μονόλογο. Τόσα δάκρυα που δεν τα σκούπισε κανένα χέρι μόνο τα κατάπιε αυτό το σιωπηλό μαξιλάρι.

Μην φοβάσαι πάλι θα ξημερώσει, θα φύγουν οι φωνές, θα σβήσουν οι εικόνες, θα σκορπιστούν οι λέξεις, Θα είσαι πάλι ο ΑΛΛΟΣ. 

Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Έτσι σε συνήθισαν

Σε συνηθισαν να υποτασσεσαι ταζοντας σου γλυκα, βολτες, δώρα, λεφτα, αυτοκίνητα... σε συνηθισαν να περιμένεις αντίκρισμα για να πετύχουν αυτό που θέλουν δίνοντας σου την γεύση της ασφάλειας και της ικανοποίησης χωρίς να σε νοιάζει ότι η διάρκεια των στιγμών αυτών δεν είναι τίποτα παραπάνω από τη διαρκεια της λάμψης ενός πυροτεχνηματος μέχρι να σε τυλίξει πάλι το χαος του σκοταδιου. Κι εσύ έτσι συνηθισμένος όπως σε έκαναν τρέχεις πανικοβλητος μην σου κλέψουν αυτή την εκβιασμενη σου ευτυχία...θα μου πεις δεν φταις εσύ έτσι σε συνήθισαν. Σε συνηθισαν ναι- σε καθόρισαν; ΟΧΙ!

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Ένα κορίτσι που έτρεχε

Ξέρω ένα κορίτσι που συνέχεια έτρεχε...
Η πραγματικότητα της ήταν για κείνη διαρκώς ένα στενό κλειδωμένο δωμάτιο γεμάτο ονειροπαγίδες και ελάχιστο φως. Μικρά παράθυρα που ίσα ίσα άφηναν τ αγέρι να χαιδεύει τα μαλλιά της και έκανε τις ονειροπαγίδες να σαλέυουν σ αυτόν τον αλλόκοτο χορό που τις θύμιζε τις φυλακισμένες στιγμές που δεν έζησε, τα αμπαρωμένα συναισθήματα, τα ανεκπλήρωτα όνειρα.
Ένας χορός που τις προκαλούσε ζάλη.
Σανίδα σωτηρίας το κλειδί αυτού του δωματίου για να τρέξει μακριά από κει, μακριά από κείνη. Να τρέξει στα στενά όταν όλοι κοιμόντουσαν, συντροφιά με τους αγγέλους και τους δαίμονές της.
Να κυνηγήσει τη ζωή που γλιστράει απ τα χέρια της.
Να τρέξει πίσω από τον χρόνο που κυλά ανελέητα.
Να τρέξει μέχρι να βρει... Τι να βρει;
Ούτε η ίδια ήξερε πολύ καλά. Αφιέρωσε τόσο χρόνο στο να τρέχει μακριά απ όλα κι απ όλους ώστε πια ούτε που ήξερε που ήθελε να φτάσει, τι είναι αυτό που ζητά.
Το μόνο που την ένοιαζε ήταν η φυγή της. Η φυγή απ όλα όσα ήταν ξένα για κεινη απ όλα όσα συνέβαιναν γύρω της αλλά εκείνη δεν την ακουμπούσαν.
Έτρεχε και ούτε που την ένοιαζε το κρύο και το σκοτάδι γύρω της γιατί ένιωθε  φως μέσα της ένα ανεξήγητο φως που τη γέμιζε.
Και το κορίτσι έτρεχε με τη μουσική των παλμών της καρδιάς της σε έναν δρόμο ατελείωτο και δύσκολο. Έναν δρόμο που διασταυρωνόταν με τους δρόμους  άλλων ανθρώπων. Συγκρούσεις, ενώσεις όλα μπλεγμένα, δεμένα όπως και οι ζωές μας.
Μέχρι που μια μέρα το κορίτσι συνάντησε έναν σταθμό. Σταμάτησε κουρασμένη και κοιτούσε τα δρομολόγια. Άπειρα δρομολόγια προς όλες τις κατευθύνσεις. Το μόνο που ακουγόταν γύρω της ήταν η κουρασμένη και βαριά ανάσα της.
Ξαφνικά στο βάθος είδε κάποιον να ξεπροβάλλει και να αρχίζει να κατευθύνεται προς το μέρος της. Ο άνδρας ήταν τυλιγμένος από ένα ζεστό φως και τους καπνούς των τρένων που περνούσαν κι έφευγαν. Η φιγούρα που έβλεπε από μακρία άρχιζε σιγά σιγά να πλησιάζει και να αποκαλύπτονται τα χαρακτηριστικά ενος προσώπου που της φαινόταν παράξενα γνώριμο, παρόλο που το έβλεπε για πρώτη φορά.
Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν και δεν αποχωρίστηκαν για πολλή ώρα. Σαν αυτά,

τα ίδια τα μάτια να είχαν αναλάβει τις συστάσεις, όλες τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έπρεπε να τεθούν και να δοθούν σ αυτή τη συνάντηση. Κι αφού όλα είχαν γίνει πια ξεκάθαρα μες στη σιωπή ο άνδρας άνοιξε την παλάμη του κοριτσιού και έκλεισε μέσα της μια πυξίδα που το βέλος έδειχνε εκείνη.
Το κορίτσι κατάλαβε πως η απάντηση σε όλα αυτά που αναζητούσε κρυβόταν μέσα στην ίδια και πως το τρέξιμό της έμελλε πια να σταματήσει. Είχε βρει επιτέλους τη "γη" που αναζητούσε.
Κοίταξε εκείνον και μια λέξη βγήκε μοναχά από το στόμα της ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Επιβιβάστηκαν στο τρένο και έφυγαν- κανείς δεν ξέρει για πού. Το κορίτσι έκλεισε τα μάτια και είδε εκείνο το δωμάτιο με τις ονειροπαγίδες κατεστραμμένες. Χαμογέλασε για τα όνειρα που κατάφεραν να δραπετεύσουν.



Κανείς δεν κατάφερε να μάθει το όνομά της- ούτε έγω.
Ήταν απλώς ένα κορίτσι που έτρεχε.

Παρασκευή, 6 Μαρτίου 2015

Άνθρωποι καθρέφτες

Τους ανθρώπους της ζωής μου κάθισα να τους μετρήσω...
Κι έτσι λοιπόν όπως ξεκίνησα το μέτρημα διαπίστωσα πόσο εύστοχος  είναι ο Γ. Ευαγγελάτος σ΄αυτό το τραγούδι. Άνθρωποι παρόντες, απόντες, περαστικοί, αγρίμια, άγγελοι ακόμη και μποέμηδες που αρπάζουν κάθε στιγμή, αγγίζοντας με τα ακροδάχτυλά τους το όνειρο του εφήμερου. Άνθρωποι λογικοί , ρεαλιστές, άνθρωποι τρελοί, πιστοί ακόλουθοι μιας ουτοπίας, μετριοπαθέστερα ευαίσθητοι ρομαντικοί, όλοι άνθρωποι καθρέφτες του κόσμου μας μα πολύ περισσότερο αυτού του γνωστού άγνωστου του εαυτού μας. Πράγματι, τόσο άγνωστος αυτό ο ανθρωπάκος που έχουμε μέσα μας.
Κι εκεί είναι που ξεκινάει ο πανικός της ταυτότητας. Αυτή η αοριστία που μας τρελαίνει όσο κι αν το μυστήριο της στην αρχή δημιουργεί ένα σασπένς αρκετά δελεαστικό για την βαρετή και πολλές φορές άχρωμη ζωή μας.
 Ποιος είμαι; Τι κάνω; Πού πάω; Και η λίστα των υπαρξιακών ερωτημάτων ολο και μεγαλώνει.
Μετά την κρίση αυτή και αφού η ανάγκη μας να ενταχθούμε κάπου πρωτοστατεί, σκουπίζουμε τον κρύο ιδρώτα από το μέτωπό μας και ξεκινάμε αμέσως τη θεραπεία. Η θεραπεία του αντικατοπτρισμού, μιας όχι και τόσο παλιάς, αλλά τόσο κοινής πλέον γύρω μας αντιμετώπισης του φόβου της μοναξιάς, του φόβου του εαυτού μας. Θυμάμαι πρόσφατα διάβασα σ΄ ένα βιβλίο, της αγαπημένης μου Μ. Βαμβουνάκη, πως κατα βάθος τρομάζουμε μπροστά στην προοπτική ενος τετ α τετ με την ψυχή μας ιδίως όταν στο πέρασμα των χρόνων οι συμβιβασμοί και οι δειλίες μας σφίγγουν τον λαιμό και μας δένουν τα χέρια. Στον αντίποδα λοιπόν της δίνης στην οποία μας ρίχνει το ταξίδι ανακάλυψης της ψυχής μας είναι ο αντικατοπτρισμός, η τέχνη της υιοθέτησης χαρακτήρων τους οποίους  υποδυόμαστε τόσο εξωφρενικά καλά, ώστε μέχρι και ο καλύτερος ηθοποιός θα μας έβγαζε το καπέλο. Επιδέξιοι παλιάτσοι που επιζητούμε το δυνατό χειροκρότημα ενός κοινού που ουσιαστικά δεν ξέρουμε, δεν μας ξέρει και το οποίο αν αντίκρυζε το βλέμμα πίσω από τη μάσκα θα μας οδηγούσε στην κατάρρευση του τόσο καλοφτιαγμένου ειδώλου μας. Αυτού του ειδώλου που γίνεται- ή που έτσι ανόητα θέλουμε να πιστεύουμε- ταυτότητά μας.
Η ταυτότητα των συμβιβασμών, της δειλίας, του φόβου της μοναξιάς. Πόσο νομίζουμε ότι θα αντέξει αυτός ο καθρέφτης στον οποίο έχουμε μεταμορφωθεί; Αρκεί μία μόνο λέξη από την εσωτερική μας αλήθεια, που αργά ή γρήγορα έρχεται στην επιφάνεια, για να μας κάνει χίλια κομμάτια διασκορπισμένα παντού.

Για να μην σε σπάσουν λοιπόν σταμάτα τους αντικατοπτρισμούς, πέτα την μάσκα που προφυλλάσσει τον γυμνό σου χαρακτήρα και κλείσε ένα ραντεβού με τον εαυτό σου. Ξεκίνα να τον γνωρίζεις. Ίσως να είναι η πιο δύσκολη γνωριμία που έχεις κάνει αλλά σίγουρα είναι το κλειδί για τις πόρτες που αφήνεις κλειστές.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Υγρές στιγμές

Θέλεις να κρατήσεις τις στιγμές μα αυτές σαν νερό κυλάνε στις χούφτες σου χωρίς να τις ελέγχεις. Το μόνο που μένει είναι η θύμηση από την υγρασία που χει μείνει στα χέρια σου. Μα κι αυτή χάνεται, εξατμίζεται. Χέρια ξερά, μόνα, χωρίς μνήμη, χωρίς παρελθόν, χωρίς... τώρα.
Άλλες φορές λύτρωση αυτή η λήθη και άλλες άσπρο πανί που δεν σ αφήνει να προχωρήσεις. Το να ξεχνάς δεν έχει και τόσο μεγάλη ουσία. Το σημαντικό είναι να θυμάσαι και να προχωράς. Να μην καλύπτεις την πληγή. Όσο κι αν την καμουφλάρεις πάλι το ίδιο βαθιά θα είναι. Ίσως με το να προσπαθήσεις να αιχμαλωτίσεις να κυριαρχήσεις στον χρόνο δεν θα καταφέρεις και πολλά.
Ρευστότητα: Μοναδική ιδιότητα. Μεταλλάσσει τα πάντα έτσι που να μην τα αναγνωρίζεις πια τόσο που η γνωστή μορφή γίνεται επικίνδυνα, τρομακτικά, απογοητευτικά ξένη. Τόσο που ακόμα και ο ίδιος ο εαυτός σου χάνεται και αναρωτιέται "Συμβαίνει πράγματι". Και κάπου αλλού θυμάμαι το είχα γράψει χαμένη στις οριογραμμές ονείρου και πραγματικότητας και οι πινακίδες λείπουν.


Στα καταφύγια των ανθρώπων σου, των ελπίδων και των ονείρων σου πάντα θα κρύβεται ένας φάρος στον οποίο θα τερματίζεις.


Είναι τότε που συνειδητοποιείς πως οι στιγμές σου φτάνουν πάλι στην αφετηρία και περιμένουν εσένα να δεις την "πυξίδα" και να τις ζήσεις.