Ένα φάρο αναζητάμε όλοι... ενα φως ... ενα ταξίδι. Ας ταξιδέψουμε!

Κυριακή, 26 Απριλίου 2015

Ένα κορίτσι που έτρεχε

Ξέρω ένα κορίτσι που συνέχεια έτρεχε...
Η πραγματικότητα της ήταν για κείνη διαρκώς ένα στενό κλειδωμένο δωμάτιο γεμάτο ονειροπαγίδες και ελάχιστο φως. Μικρά παράθυρα που ίσα ίσα άφηναν τ αγέρι να χαιδεύει τα μαλλιά της και έκανε τις ονειροπαγίδες να σαλέυουν σ αυτόν τον αλλόκοτο χορό που τις θύμιζε τις φυλακισμένες στιγμές που δεν έζησε, τα αμπαρωμένα συναισθήματα, τα ανεκπλήρωτα όνειρα.
Ένας χορός που τις προκαλούσε ζάλη.
Σανίδα σωτηρίας το κλειδί αυτού του δωματίου για να τρέξει μακριά από κει, μακριά από κείνη. Να τρέξει στα στενά όταν όλοι κοιμόντουσαν, συντροφιά με τους αγγέλους και τους δαίμονές της.
Να κυνηγήσει τη ζωή που γλιστράει απ τα χέρια της.
Να τρέξει πίσω από τον χρόνο που κυλά ανελέητα.
Να τρέξει μέχρι να βρει... Τι να βρει;
Ούτε η ίδια ήξερε πολύ καλά. Αφιέρωσε τόσο χρόνο στο να τρέχει μακριά απ όλα κι απ όλους ώστε πια ούτε που ήξερε που ήθελε να φτάσει, τι είναι αυτό που ζητά.
Το μόνο που την ένοιαζε ήταν η φυγή της. Η φυγή απ όλα όσα ήταν ξένα για κεινη απ όλα όσα συνέβαιναν γύρω της αλλά εκείνη δεν την ακουμπούσαν.
Έτρεχε και ούτε που την ένοιαζε το κρύο και το σκοτάδι γύρω της γιατί ένιωθε  φως μέσα της ένα ανεξήγητο φως που τη γέμιζε.
Και το κορίτσι έτρεχε με τη μουσική των παλμών της καρδιάς της σε έναν δρόμο ατελείωτο και δύσκολο. Έναν δρόμο που διασταυρωνόταν με τους δρόμους  άλλων ανθρώπων. Συγκρούσεις, ενώσεις όλα μπλεγμένα, δεμένα όπως και οι ζωές μας.
Μέχρι που μια μέρα το κορίτσι συνάντησε έναν σταθμό. Σταμάτησε κουρασμένη και κοιτούσε τα δρομολόγια. Άπειρα δρομολόγια προς όλες τις κατευθύνσεις. Το μόνο που ακουγόταν γύρω της ήταν η κουρασμένη και βαριά ανάσα της.
Ξαφνικά στο βάθος είδε κάποιον να ξεπροβάλλει και να αρχίζει να κατευθύνεται προς το μέρος της. Ο άνδρας ήταν τυλιγμένος από ένα ζεστό φως και τους καπνούς των τρένων που περνούσαν κι έφευγαν. Η φιγούρα που έβλεπε από μακρία άρχιζε σιγά σιγά να πλησιάζει και να αποκαλύπτονται τα χαρακτηριστικά ενος προσώπου που της φαινόταν παράξενα γνώριμο, παρόλο που το έβλεπε για πρώτη φορά.
Οι ματιές τους διασταυρώθηκαν και δεν αποχωρίστηκαν για πολλή ώρα. Σαν αυτά,

τα ίδια τα μάτια να είχαν αναλάβει τις συστάσεις, όλες τις ερωτήσεις και απαντήσεις που έπρεπε να τεθούν και να δοθούν σ αυτή τη συνάντηση. Κι αφού όλα είχαν γίνει πια ξεκάθαρα μες στη σιωπή ο άνδρας άνοιξε την παλάμη του κοριτσιού και έκλεισε μέσα της μια πυξίδα που το βέλος έδειχνε εκείνη.
Το κορίτσι κατάλαβε πως η απάντηση σε όλα αυτά που αναζητούσε κρυβόταν μέσα στην ίδια και πως το τρέξιμό της έμελλε πια να σταματήσει. Είχε βρει επιτέλους τη "γη" που αναζητούσε.
Κοίταξε εκείνον και μια λέξη βγήκε μοναχά από το στόμα της ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ.
Επιβιβάστηκαν στο τρένο και έφυγαν- κανείς δεν ξέρει για πού. Το κορίτσι έκλεισε τα μάτια και είδε εκείνο το δωμάτιο με τις ονειροπαγίδες κατεστραμμένες. Χαμογέλασε για τα όνειρα που κατάφεραν να δραπετεύσουν.



Κανείς δεν κατάφερε να μάθει το όνομά της- ούτε έγω.
Ήταν απλώς ένα κορίτσι που έτρεχε.